mixelis

Δημόσιο αγαθό και δημόσιος χώρος

γραφει ο Μιχάλης  Μιχελής

 

Τα δύο βασικά (τούτη την περίοδο) θέματα, είναι στο κατά πόσο μπορούμε να ενδυναμώσουμε την οικολογική σκέψη, για να γίνει επικοινωνιακά ευπρόσδεκτη.
Να υπενθυμίσουμε με έμφαση ότι: αφ’ ενός πίσω από τους αριθμούς και τις θεωρίες υπάρχουν οι άνθρωποι. Όμως άνθρωποι, όχι ως απλοί παρατηρητές των πολιτικών εξελίξεων, αλλά ως φορείς κι αποδέκτες μιας ποιότητας της ζωής, που είναι η αναβαθμισμένη έννοια, αυτού που λέγεται κι αναμασάται από την αριστερά, “κοινωνική συμβίωση με αλληλεγγύη”. Δηλαδή οι Οικολόγοι, κάνουν ένα βήμα πιο πέρα και θέλουν το ευ ζην, ως κυριολεξία της ελευθερίας.

Αλληλέγγυα ζωή χωρίς ποιότητα, είναι τελικά μισή ευτυχία. Άρα η τακτική του οικολογικού κινήματος, είναι να περάσει την αντίληψη στην κοινωνία, ότι από τις δικές μας απόψεις, όχι μόνο δεν αναχαιτίζεται η εικόνα της προόδου που έχει ο πολίτης στο μυαλό του, αλλά τουναντίον πέρα από τις όποιες κακόβουλες συνταγές που διαδίδουν οι εχθροί της Οικολογίας για τους Πράσινους (τους αναχρονιστικά μίζερους, με τις διατροφικές εμμονές  “μαρουλοφάγους”), οι οικολόγοι είναι εκείνοι που προτρέπουν και κρατούν ως θεματοφύλακες, τις βασικές αξίες της συμβίωσης, που είναι ο σεβασμός στο διπλανό μας, είτε αυτό είναι ζώο, είτε άνθρωπος και πολύ ευρύτερα ζητούν σεβασμό στον φυσικό χώρο, που μας στερείται και καταστρέφεται, μέσα από ένα εξοντωτικό μοντέλο ανάπτυξης.

Άρα ξεκινάμε από το βασικό, που είναι η υγεία και φυσικά συνεπακόλουθο αυτής ο “ελεύθερος χρόνος”, ως πολιτιστικό και βιολογικό αγαθό.
Στο αν λοιπόν αγωνιζόμαστε για την επανάκτηση των ελεύθερων χώρων, αυτό δεν έγκειται επειδή θέλουμε μπροστά στο σπίτι μας τον ανοικτό ορίζοντα, για να μην μας στερείται καθ’ οιανδήποτε τρόπο η θέα, αλλά γιατί μέσα στους ελευθέρους χώρος, η ατμόσφαιρα, ο πολιτισμός, η κοινωνική επαφή, διανθίζονται από τ’ αγαθά που μας προσφέρει μια βιώσιμη φύση, μέσα σε τούτο το ασφυκτικό αστικό περιβάλλον που ζούμε. Εκεί (στον ελεύθερο χώρο), ο καθείς αντιλαμβάνεται τις ανάγκες και τις δεξιότητες του, είτε αυτές είναι η κηπουρική, είτε ερασιτεχνικές μικροκατασκευές, είτε ο χορός κι η ζωγραφική, είτε πρόκειται για τις συνεργαζόμενες μαγειρικές προσφορές, είτε  για τις θεατρικές και κινηματογραφικές παραστάσεις, είτε μουσικές συναυλίες, είτε αθλητικές εξορμήσεις, είτε σε τελευταία ανάλυση το αραλίκι.

Το βασικό μας επιχείρημα, εναντίον της εργασίας τις Κυριακές (που είναι το σύμβολο φετίχ του νεοφιλελευθερισμού), πηγάζει από την άποψη, ότι απέναντι στο δικό τους καταναλωτισμό, στο συνεχές ξόδεμα (εντατικοποίηση) του χρήματος και της πίεσης στους απασχολούμενους, στην εμπορευματοποίηση του πολιτισμού, επιτέλους πρέπει να σταθεί το δικός μας αντίδοτο. Κι αυτό ξεκινάει από τον κοινό, τον ελεύθερο από καταναλωτικές δεσμεύσεις, δημόσιο χώρο. Από την αλάνα, από την πλατεία, από το πεζοδρόμιο, από το παρκάκι (απ’ ό,τι κοινόχρηστο έχει υποβαθμιστεί, εξ αίτιας μιας εγωϊστικής κλειστοφοβικής αντίληψης, που περιχαρακώνει (στη βάση μιας μανιοκαταθλιπτικής απόλαυσης μέσω μόνο των προσωπικών  και οικογενειακών αγαθών), την ανοικτή κι ευπρόσδεκτη γειτνίαση με τον συγκάτοικο της περιοχής μας και της ευρύτερης πόλης.
Η κοινωνική συνάθροιση, τα κοινά ενδιαφέροντα, οι κοινές προσδοκίες, είναι οι βάσεις του κοινωνικού ευ ζην. Η ελευθερία του στηρίζεται στην μην εξαγοράσιμη (χρηματικά) ανταλλακτική του προσβασιμότητα. Η απόλαυση των αγαθών δεν καθορίζεται κατ’ ανάγκη  από την κατοχή του νομίσματος, αλλά  από την κοινωνική συναλλαγή του ελεύθερου χρόνου, που γίνεται αξία προσφοράς, «για εμάς κι εσάς, απ’ όλους εμάς».
Ο χώρος κι ο χρόνος, είναι οι επιλογές της  κοινωνικής ελευθερίας!

Για να φέρω ένα παράδειγμα, θ’ αναφερθώ στη Νέα Υόρκη (όταν έζησα ένα διάστημα της ζωής μου). Μέσα λοιπόν σε μια πολυεθνική γειτονιά, εκεί γύρω στο ’70 και ’80, οι κάτοικοι του δρόμου που έμενα στο Μανχάταν, μια φορά τον μήνα την άνοιξη, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο, οργάνωναν πικνίκ στο δόμο μας και ο καθείς έφερνε τα φαγητά του κι άλλος τη μουσική του, για να γνωριστούμε καλύτερα ως συγκάτοικοι της γειτονιάς και ν’ αποφασίσουμε το πώς θα βελτιώσουμε τον κοινό μας χώρο, εν μέσω μιας απάνθρωπης πόλης.

Το αν εμείς εναντιωνόμαστε στην κατασκευή των γηπέδων εντός του αστικού ιστού, δεν είναι γιατί μας διακατέχει έχθρα με τα σωματεία και το ποδόσφαιρο, αλλά διότι έχουμε μια διαφορετική αντίληψη περί αθλητισμού και καταναλωτικού προτύπου. Δηλαδή η μεγιστοποίηση του εργάσιμου χρόνου και η εντατικοποίηση της πολιτιστικής κατανάλωσης, περνάει σήμερα διεθνώς μέσα από τα λεγόμενα «arena projects». Τα γήπεδα «resorts», που δεν καταλαμβάνουν απλώς μια έκταση ενός ελεύθερου χώρου, αλλά γίνονται το επίκεντρο των παράλληλων εμπορικών δραστηριοτήτων μια περιοχής και μιας εκτεταμένης οικιστικής ζώνης. Σε τούτο το ιδιόρρυθμό “αθλητικό mall”, ο καπιταλισμός έχει δημιουργήσει τα νέα (πρότυπα) φετίχ του, που πλέον κινείται το χρήμα, με δέλεαρ φυσικά το «entertainment θέαμα» (είτε αυτό είναι ποδόσφαιρο, είτε shopping, είτε multimedia theaters, είτε μπαρ, εστιατόρια, supermarket, ψηφιακή διασκέδαση, συνεδριακοί χώροι για παντός είδους events, sex shops, τυχερά παιγνίδια, ακόμα και μικρά zoo parks). Σε τούτο το mega project (διατείνονται οι αναπτυξιολόγοι), καταπολεμιέται η ανεργία, γιατί πολλοί νέοι βρίσκουν εργασία, το κράτος παίρνει φόρους από την κατανάλωση και προπαντός δημιουργείται το αίσθημα της ασφάλειας στην ψυχαγωγία του πολίτη (βασική προϋπόθεση στην εποχή της ανασφάλειας), μια και μπορεί να κυκλοφορεί άνετα σε μια περιφρουρούμενη συγκεκριμένη έκταση. Δηλαδή αυτό που έχουμε ως έντονη επιθυμία, τη φυγή στη φύση και στην ελευθερία, την ωραιοποίηση των στιγμών μας, τώρα μέσω των νέων προτύπων (της περιχαρακωμένης «ψυχαγωγικής ευδαιμονίας»), που δομούνται πάνω στους ελεύθερους χώρους, φτιάχνεται το πάντρεμα της κατανάλωσης, του πολιτισμού, του αθλητισμού με την «εκμαυλισμένη φυσιολατρία». Έτσι οργανώνεται μια τεχνητή «κλειστή κοινωνία» μέσα στην ευρύτερη αστική κοινωνία, που για να την απολαύσεις όμως, πρέπει να κατέχεις τη δύναμη της εξαγοράς του ελεύθερου χρόνου, μέσω ενός προσωπικού ευ ζην.

Δηλαδή η δέσμευση του ελεύθερου χώρου, ουσιαστικά είναι το πεδίον αντιπαράθεσης του κοινωνικού ευ ζην, με το προσωπικό ευ ζην. Ο επενδυτής των ονείρων, δεν δεσμεύει  μόνο κατασκευαστικά τον πρώην αδόμητο χώρο, αλλά επί πλέον συμβάλει μέσω του προϊόντος που παράγει, στον κομφορμισμό της ελευθερίας (μέσω της οικονομικής της αλλοτρίωσης), ισχυροποιώντας ακόμα περισσότερο το δόγμα: ότι πρέπει να καταβάλεις λύτρα, για να εξαγοράσεις την ποιότητα του ελεύθερου χρόνου σου. 

Η δημόσια γη αλλοτριώνεται εις βάρος του ιδιωτικού χώρου. Η κοινοκτημοσύνη των πολιτών, χάνει τον δικαιωματικό της συνταγματικό αυτοκαθορισμό (ως κυρίαρχος δικαιούχος του δημόσιου χώρου) και μεταβάλλεται  εξαναγκαστικά σε παραχωρητή των συμφερόντων της κοινωνίας  προς το κράτος διαχειριστή, που στη συνέχεια διαπραγματεύεται ερήμην της κοινωνίας των πολιτών (περί ενός δήθεν κοινού καλού), για ένα όμως ταξικά οριοθετημένο «πορτοφόλι». Το χρήμα κατ’ ουσία αντικαθιστά το σύνταγμα, μέσα από τη δημιουργία των ανταποδοτικών παραχωρήσεων (προνομιακών συμβάσεων),  που απολιτικοποιεί (και εξουδετερώνει) τη λαϊκή κυριαρχία, όταν αντικαθιστά τη σημασία της πράξης, με την «ουδετεροποίηση» και αποϊδεολογικοποίηση της λέξης «ανάπτυξη».

Με ποιο λοιπόν συνταγματικό δικαίωμα ο ελεύθερος χώρος των πολιτών, γίνεται διαπραγματεύσιμος και αντικαθίσταται από “δημόσιο αγαθό”, σε “δημόσια περιουσία” (που πρέπει κατ’ ανάγκη ν’ αξιοποιηθεί); Γιατί ο πολίτης έχει αφήσει στο κράτος τη διαχείριση της γης του και την ελευθερία του χρόνου του; Απ’ αυτή την δημόσια περιουσία, τελικά ποιος κατ’ ουσία επωφελείται; Το καταναλωτικό ευ ζην ή το κοινωνικό ευ ζην; Τα χρήματα που ανταλλάσσονται πηγαίνουν στο ισοζύγιο μιας ευδόκιμης κι ελεύθερης ποιότητας ζωής των όλων πολιτών ή στην συμπίεση του χρόνου τους, μια που χρειάζεται αναγκαστικά για ν’ απολαύσουν την εξαγορά των υπηρεσιών, να εντατικοποιούν όλο και περισσότερο την εργασία τους, εξαγοράζοντας με χρήμα κι άγχος, τον εναπομείναντα λειψό ελεύθερο χρόνο τους;

Δηλαδή πολύ απλά, η κατάκτηση των ελεύθερων χώρων είναι μια πράξη πρακτικής και φιλοσοφικής ελευθερίας, απέναντι στο δυνάστη της εποχής που λέγεται σκλαβιά του ελεύθερου χρόνου. Είναι μια πράξη αλτρουϊσμού στις βασικές αξίες του ανθρωπισμού και στην υπεράσπιση των προσωπικών επιλογών, στο να ζήσουμε αξιοπρεπώς σε τούτη τη δυσβάστακτη εντατικοποιημένη ζωή, που μας έχει οδηγήσει ο οικονομισμός. Άλλωστε το πρότυπο των  αστικών οικολογικών χώρων, είναι η προπαίδεια μας, για την αγάπη που πρέπει να δείχνουμε ως πολίτες στο ευρύτερο περιβάλλον, που μας φιλοξενεί ως έμβια ζώα.

Μ.Μ.

    Leave a Reply

    Your email address will not be published. Required fields are marked *